ΠΟΛΗ

ΠΟΛΗ
Φωτογραφία:Α.Χατζόπουλος

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2012

δρ Πλακωτή Ελένη , Αλεξανδρούπολη , ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΩΝ ΣΤΟ ΛΥΚΕΙΟ




 «’Εποίησε τε εξ ενός αίματος παν έθνος ανθρώπων κατοικείν το πρόσωπον της γης, ορίσας προστεταγμένους καιρούς και τας οροθεσίας της κατοικίας αυτών, ζητείν τον Κύριον, ει άρα γε ψηλαφήσειαν αυτόν και εύροιεν, και γε ου μακράν από ενός εκάστου ημών υπάρχοντα» Πρ. 17, 26-27.
Οι παραπάνω στίχοι του αποστόλου Παύλου μας εξηγούν ότι ο Θεός εμφύτευσε τον πόθο στους ανθρώπους να  αναζητούν πάντοτε τον Κύριο, και να προσπαθούν να τον ψηλαφίσουν, αν και Αυτός υπάρχει πολύ κοντά στον καθένα από τους ανθρώπους.
Λαμβάνοντας ως αφετηρία τα παραπάνω λόγια του αποστόλου Παύλου, εμείς οι Χριστιανοί, πρώτοι απ’ όλους βλέπουμε τις άλλες θρησκείες με σεβασμό, ως προιόντα τόσο της διαρκούς παρουσίας του Θεού στον  κόσμο και στην ιστορία, όσο και της νοσταλγίας του ανθρώπου γι’Αυτόν.
Πράγματι στη δεύτερη  τάξη της Δευτέρας Λυκείου διδάσκονται τα ξένα θρησκεύματα από τα οποία, αν εξαιρέσει κανείς την αρχαία ελληνική θρησκεία, αποτελούν όλα ζωντανές θρησκείες αποδεκτές από ένα τεράστιο σύνολο ανθρώπων του πλανήτη.
Πιστεύουμε ότι η σωστή , αντικειμενική ενημέρωση των μαθητών για τις θρησκείες αυτές είναι απαραίτητη,  ιδιαίτερα στη σημερινή πολυπολιτισμική κοινωνία, που ολοένα και περισσότερο  η ελληνική κοινωνία μετατρέπεται. Από την άλλη πλευρά εμφανίζεται ως μεγάλη πρόκληση για τον Θεολόγο , η διαπολιτισμική εκπαίδευση, καθώς ο αριθμός των διαπολιτισμικών σχολείων διαρκώς αυξάνεται, και εκεί πλέον  το μάθημα των Θρησκευτικών κινείται μέσα σε πλαίσιο ασφαλώς θρησκειολογικό. Η παρουσία  του Θεολόγου εκπαιδευτικού και σε αυτά τα σχολεία πρέπει να διατηρηθεί συνεχής και η στάση απέναντι στις ξένες θρησκείες οφείλει να είναι αυτή του σεβασμού και της αντικειμενικότητας.
Αλλά και στα υπόλοιπα Λύκεια το ενδιαφέρον των παιδιών για τις ξένες θρησκείες είναι μεγάλο , καθώς καθημερινά πλήθος προκλήσεων από διάφορα θρησκεύματα και παραθρησκευτικά φαινόμενα φθάνουν σε αυτά.  Οι έφηβοι μαθητές  δεν αρέσκονται στη «δογματική» ας μας επιτραπεί ο όρος διδασκαλία.  Θέλουν να συγκρίνουν τις διάφορες θρησκείες  και να καταλήξουν οι ίδιοι σε συμπεράσματα για την πίστη τους και τις απόψεις τους για τη ζωή. Και όλοι μας γνωρίζουμε ότι μέσα από τη σύντομη έστω γνώση των υπολοίπων θρησκειών, αυτό που κατεξοχήν αναδεικνύεται είναι η ανωτερότητα και η ζωντανή πραγματικότητα του Χριστιανισμού.
Γι’ αυτό το λόγο , πιστεύουμε ότι οι θεολόγοι συνάδελφοι δεν πρέπει να συμβιβαστούν με την ιδέα της κατάργησης, ή πολύ περισσότερο της περιφρόνησης του θρησκειολογικού μέρους της ύλης , προδίδοντας το «διδόναι λόγον…παντί τω αιτούντι περί της εν υμίν ελπίδος» Ά Πέτρου 3,15.
 Άλλωστε εκείνο που θα στερεώσει τελικά τους μαθητές στη χριστιανική πίστη δεν είναι η άγνοια των διαφόρων θρησκευμάτων, αλλά η σωστή ενημέρωσή τους πάνω σε κάθε τι που θα μπορούσε να τη ζημιώσει.
Όσον αφορά ειδικότερα στη διδασκαλία των θρησκειολογικών μαθημάτων, οι ειδικοί προτείνουν κάποιο σχέδιο διδασκαλίας, . Πάνω σε αυτό στηριζόμενοι, θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε κάποιες προτάσεις μας , με  κύριο στόχο πάντοτε την καλύτερη και ωφελιμότερη διδασκαλία του μαθήματος.
Συγκεκριμένα για τη διδασκαλία του αυτοτελούς θρησκειολογικού μαθήματος προτείνεται από τους ειδικούς το παρακάτω γενικό σχεδιάγραμμα:

A.     Ψυχολογική προπαρασκευή – έναρξη

Παρουσίαση εικόνων, χαρτών, διαφόρων κειμένων με συμβολικές παραστάσεις, Ναούς, συνάξεις πιστών, θεικές μορφές κ.α. Παρουσίαση χάρτη της περιοχής , θρησκευτικούς ή γεωγραφικούς.
Διανομή και ανάγνωση αντιπροσωπευτικού κειμένου σχετικού με το περιεχόμενο της διδακτικής ενότητας.
Αξιοποίηση ενδεχόμενων γνώσεων των μαθητών ή άλλης εμπειρίας γύρω από το συγκεκριμένο θέμα.

Β. Στάδιο αναζήτησης
Σύντομη επεξηγηματική αναφορά του καθηγητή στο θρησκειολογικό και πολιτιστικό κλίμα για το οποίο προιδεάστηκαν οι μαθητές από το εποπτικό υλικό που προηγήθηκε, ώστε να αντιληφθούν την ιδιαιτερότητα του θρησκεύματος.

Γ. Παρουσίαση των κύριων δομών του θέματος – θρησκεύματος
Χωρίς να δίδονται προεκτάσεις στο ιστορικό και πολιτισμικό πλαίσιο, προσπαθεί ο καθηγητής να δώσει συνολική και τεκμηριωμένη εικόνα με βάση αξιόπιστες πηγές.


Δ. Σύγκριση – Αξιολόγηση
Στη φάση αυτή παρουσιάζονται ομοιότητες και διαφορές με άλλα θρησκεύματα, συγγενή, όπως είναι π.χ. ο Ινδουισμός – Βουδισμός, ή μορφές θρησκευτικού βίου και ακολουθεί σύγκριση, ώστε να διακριθούν τα κοινά από τα ιδιαίτερα γνωρίσματα.

Πάνω στο παραπάνω γενικό σχέδιο διδασκαλίας, θα θέλαμε να σταθούμε και να προσθέσουμε ορισμένα πράγματα , που κατά τη γνώμη μας θα πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν από τον εκπαιδευτικό.
1. Κατά τη διδασκαλία του μαθήματος , ο θεολόγος αισθάνεται , συχνά, την παρόρμηση ν’ αντιπαραβάλει, «εγκαίρως , ακαίρως» το Χριστιανισμό με τα «ειδωλολατρικά» θρησκεύματα, δίνοντας στους μαθητές την εντύπωση μιας σύγκρισης ανάμεσα σε «κατώτερες» θρησκείες και σε μια ανώτερη.  Στην προσπάθεια όμως αυτή διαπράττει παιδαγωγικό και μεθοδικό σφάλμα, όπως διαπιστώνεται και από τις αντιδράσεις των μαθητών, και το οποίο δύσκολα μπορεί να επανορθωθεί.
Τέτοιες αντιδράσεις προκαλεί η αίσθηση , κυρίως, ότι ο καθηγητής υπερασπίζεται, με «ιδιοτέλεια», το Χριστιανισμό σε βάρος των άλλων θρησκευμάτων, μια και οι ίδιοι δεν έχουν αποκτήσει σαφή αντίληψη της διαφοράς.  Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι οι έφηβοι είναι ευαίσθητοι σε θέματα κοινωνικών, φυλετικών και θρησκευτικών διακρίσεων, ώστε να μπορούν να παρεξηγήσουν εύκολα τη στάση μας.  Άλλωστε, όπως ήδη επισημάναμε , η γνώση και η σύγκριση είναι προτιμότερο να εκμαιεύεται από τους ίδιους τους μαθητές , όταν αυτοί είναι ώριμοι αρκετά.  Οι συνάδελφοι που διδάσκουν σε τάξεις Λυκείου, γνωρίζουν πολύ καλά ότι οι έφηβοι δεν αποδέχονται εύκολα κάποια γνώμη εάν πρώτα δεν ασκήσουν κριτική πάνω σε αυτήν και δεν την υιοθετήσουν  οι ίδιοι.
Συγκρίσεις διεξοδικές προτείνεται από τους ειδικούς να γίνονται αργότερα, δηλαδή κατά τη διδασκαλία των βασικών αληθειών του Χριστιανισμού που προβλέπονται , άλλωστε και στο νέο Αναλυτικό Πρόγραμμα.

2. Όσον αφορά την επιλογή της ύλης , ο καθηγητής, λαμβάνοντας υπόψη το περιβάλλον και τις παραστάσεις των μαθητών, τα τυχόν προβλήματα που ίσως δημιουργούνται από την εμφάνιση παραθρησκευτικών φαινομένων, ορίζει προτεραιότητες στα μαθήματα που θα διδάξει . Ίσως, μάλιστα, χρειαστεί να αφιερώσει περισσότερο χρόνο , πληροφορώντας υπεύθυνα τους μαθητές.  Για παράδειγμα , στα μεγάλα αστικά κέντρα υπάρχουν κάποιες «λέσχες Γιόγκα» , ή λαμβάνουν χώρα «μορφωτικές συγκεντρώσεις» οι οποίες υπόσχονται να λύσουν τα προβλήματα των ανθρώπων με τη μύησή τους στην ανάλογη θρησκεία. Σε αυτή την περίπτωση δεν σημαίνει αθέτηση του Αναλυτικού Προγράμματος η αφιέρωση δύο διδακτικών ωρών στη συγκεκριμένη θρησκεία.

3. Η διδασκαλία της θρησκειολογικής ύλης οφείλει να ακολουθεί επιστημονική μέθοδο, ώστε να εξασφαλίζεται η αντικειμενικότητα της παρεχόμενης γνώσης.  Εννοείται ότι ο καθηγητής δεν θα είναι άχρωμος απέναντι στη χριστιανική πίστη προκειμένου να παρουσιάσει τις θρησκευτικές αντιλήψεις λαών με διαφορετικό πολιτισμό.

4. Βασική προυπόθεση είναι η καλή γνώση των διαφόρων θρησκευτικών πηγών και η δυνατότητα διάκρισης σχέσεων και διαφορών μεταξύ τους. Κρίνεται σκόπιμο να παρατίθενται αποσπάσματα από τα ιερά κείμενά των διαφόρων θρησκειών, στα οποία εκφράζεται ο αυθεντικός χαρακτήρας της καθεμιάς. Με άλλα λόγια θα είναι καλό να διδάσκουμε τα διάφορα θρησκεύματα με βάση τα δικά τους κείμενα.  Αντιπροσωπευτικά κείμενα όλων των θρησκειών κυκλοφορούν και στη γλώσσα μας σε αρκετές εκδόσεις :
Βουδισμός-Ινδικά κείμενα , εκδόσεις Δωδώνη, 1980.
Βέδες, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα 1978.
Βουδισμός Ζεν (συλλογή κλασικών κειμένων), Μπουκουμάνης, Αθήνα 1977.
Β. Βιτσαξή, Ινδουισμός (κείμενα) , Δωδώνη 1978.
Γ. Μουστάκη, Οι πέντε μεγάλες θρησκείες, Αθήνα 1986, εκδ. Πατάκης.
Γεράσιμος Στουραίτης, Αρχαίες Θρησκείες και Χριστιανισμός, εκδ, Βιβλιοθήκη του ρόδου, Αθήναι 1997.
Αlbert Schweitzer, Ιστορία της Ινδικής φιλοσοφίας, μτφρ. Μάριος Βερέττας, εκδ. Ωρόρα, Αθήνα 1994.
Δημ. Αθανασοπούλου, Το Κοράνιο και η Ελευθερία του Ευαγγελίου, Αθήνα 1994.

5. Ιδιαίτερα , πρέπει να σημειωθεί ότι οι γνωστοί ανά τον κόσμο θρησκειολόγοι, όταν εξετάζουν τα διάφορα θρησκευτικά φαινόμενα δεν δίδουν σημασία στις «φαινομενικές» ομοιότητες ανάμεσα σε αυτά. Αντίθετα επικρατεί η άποψη ότι η «κάθε θρησκεία είναι ένα ξεχωριστό φαινόμενο, που γεννήθηκε κάτω από ιδιαίτερες κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες». Ο ρόλος της Θρησκειολογίας ως επιστήμης γενικά , είναι να αποσαφηνίσει τις ιδιαιτερότητες της κάθε θρησκείας και να εμβαθύνει στους λόγους εμφάνισης και εξέλιξής της.
Αυτού του είδους η έρευνα καλείται «ιστορικοκριτική μέθοδος» σε αντίθεση με τη «φαινομενολογία της θρησκείας» , η οποία ασχολείται με τις επιφανειακές ομοιότητες των θρησκειών και είναι απορριπτέα από το σύνολο των επιστημόνων.
Ο εκπαιδευτικός , λοιπόν κατά τη γνώμη μας θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός , ώστε να μην υποδεικνύει στους μαθητές μόνο τις «φαινομενικές» ομοιότητες ή διαφορές ανάμεσα στα θρησκεύματα , αλλά αντίθετα οφείλει έως ένα βαθμό, να εξηγήσει κατά πόσο δύο φαινόμενα είναι όμοια ή όχι και γιατί. Για παράδειγμα , μπορούμε να εξηγήσουμε στα παιδιά γιατί η καύση των νεκρών δεν αρμόζει στην Ορθόδοξη παράδοση, και όχι μόνο να αναφερθούμε στο ότι δεν εφαρμόζεται στην δική μας πίστη. Κάτι τέτοιο βέβαια, είναι σωστό να γίνει στην  κατάλληλη διδακτική ενότητα.
Οπωσδήποτε , μια τέτοια προσπάθεια απαιτεί και κατάλληλη προετοιμασία από τον εκπαιδευτικό, αλλά η θρησκειολογία δεν είναι μια στείρα αναφορά σε θρησκείες, αλλά κριτική ενασχόληση με αυτές, και αναζήτηση των αιτίων που κρύβονται πίσω από αυτές.  Άλλωστε , όπως όλοι ξέρουμε , οι συνάδελφοι που διδάσκουν στις τάξεις του Λυκείου , είναι πάντοτε άριστα προετοιμασμένοι, διότι διαφορετικά δεν θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στο υψηλό επίπεδο του μαθήματος.
Τέλος προκύπτει το ερώτημα κατά πόσο θα μπορέσει κανείς μέσα σε μια διδακτική ώρα να εμβαθύνει σε ένα θρησκευτικό φαινόμενο.  Εάν δεν μπορεί κανείς να κάνει κάτι τέτοιο , είναι δυνατόν να γίνουν κάποιες έστω υποδείξεις, ή έστω παρατηρήσεις πάνω σε κάποια χαρακτηριστικά στοιχεία.  Για παράδειγμα είναι πολύ εύκολο , όταν αναφερόμαστε στον Ινδουισμό , στις κάστες, να ρωτήσουμε τους μαθητές αν κατά τη γνώμη τους το σύστημα  αυτό ήταν και ένας «τρόπος κοινωνικής υποδούλωσης του πληθυσμού».

Ως επιστέγασμα των απόψεών μας θα παρουσιάσουμε ένα σχεδιάγραμμα διδασκαλίας  μιας διδακτικής ενότητας και ειδικότερα αυτή του Ινδουισμού.  Η θρησκεία αυτή καλύπτεται σε δύο διδακτικές ώρες αλλά το σχέδιό μας θα είναι ενιαίο και για τις δύο ώρες.
Οπωσδήποτε κανείς δεν μπορεί να υποσχεθεί την τέλεια μέθοδο , που εξασφαλίζει την επιτυχία.  Εναπόκειται στη μαεστρία του καθηγητή η επιτυχής μεταφορά της στη διδακτική πράξη. Το σχεδιάγραμμα που προτείνουμε, επιδέχεται πιστεύουμε τροποποιήσεις ανάλογα με το δυναμικό της τάξεως. Κανένας δεν είναι υποχρεωμένος να ακολουθεί πιστά την εφαρμογή ενός σχεδίου διδασκαλίας.  Το καλύτερο, κατά τη γνώμη μας, είναι να δημιουργήσει κανείς ένα δικό του σχέδιο, που ταιριάζει στο επίπεδο της τάξεως στην οποία απευθύνεται.



ΙΝΔΟΥΙΣΜΟΣ

Α. Ψυχολογική προπαρασκευή – έναρξη

Διανέμουμε στους μαθητές τα παρακάτω φωτοτυπημένα κείμενα :

1) «Ψηλή σαν ένα βουνό,
πάνω από χίλιες λεύγες μακριά,
 η αμαρτία που έχει συγκεντρωθεί στη διάρκεια της ζωής .
Μόνη που μπορεί να την εξαλείψει
 Η άσκηση της αυτοσυγκέντρωσης,
χωρίς να υπάρχει κανένας άλλος τρόπος»
( Ουπανισάντ, Η τέλεια συγκέντρωση, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα 1978, σ. 84.)
2) « Η ψυχή των πλασμάτων είναι μία , αλλά είναι παρούσα μέσα σε κάθε πλάσμα, ταυτόχρονα ενιαία και πολλαπλή, σαν τη σελήνη που αντανακλάται στα νερά»
(Αl. Schweitzer, Ιστορία της ινδικής φιλοσοφίας, εκδ. Ωρόρα, σ. 73 κ.ξ.)

Προχωρούμε διατυπώνοντας  τις εξής ερωτήσεις : α)Ποια είναι σύμφωνα με το πρώτο κείμενο η γνώμη για την παρούσα ζωή και β) ποιος τρόπος υποδεικνύεται ως μόνος τρόπος σωτηρίας.   Η απάντηση στην πρώτη ερώτηση αναμένεται να είναι ότι η ζωή θεωρείται γεμάτη αμαρτία και η μόνη διέξοδος είναι η άσκηση της συγκέντρωσης.
Ρωτάμε τους μαθητές αν γνωρίζουν θρησκείες όπου ο άνθρωπος συγκεντρώνεται για να ενωθεί με το Θεό. Καθώς μια από αυτές θα είναι ο Ινδουισμός (γιόγκα) θα φθάσουμε στο μάθημα με το οποίο θα ασχοληθούμε. Θα ερωτηθεί φυσικά η τάξη εάν γνωρίζει κάτι για τη θρησκεία αυτή.  Τυχόν γνώσεις θα αξιοποιηθούν για να παρουσιάσουμε τη νέα θρησκεία.

Β. Στάδιο αναζήτησης.
Θα εξηγήσουμε στους μαθητές ότι οι Ινδουιστές πιστεύουν και σε πολλούς θεούς αλλά και σε Έναν , τον Βράχμαν.  Τους πολλούς θεούς τους θεωρούν ως μορφές ή εμφανίσεις του Ενός ή ως δυνάμεις που βοηθούν τον άνθρωπο να σωθεί. Τελικός στόχος του ανθρώπου είναι η σωτηρία από τις διαρκείς μετενσαρκώσεις , και αυτό γίνεται με την ένωσή του με τον Ένα  , το Βράχμαν. Το Βράχμαν αποτελεί την έσχατη ουσία του σύμπαντος και κάθε επιμέρους όντος.
 Άρα με την ενδοσκόπηση, ο άνθρωπος στρέφεται προς το εσώτατο εγώ του και καταλήγει στην αλήθεια ότι ολόκληρη η πραγματικότητα αποτελεί το ανώτατο Ένα , το Βράχμαν. Υποδεικνύουμε στους μαθητές το δεύτερο κείμενο.


Γ. Παρουσίαση των κύριων δομών του θέματος

 Γενικά τα Ινδικά θρησκεύματα είναι ένα χαοτικό μείγμα ετερογενών θρησκευτικών στοιχείων και ιδεολογιών, και αυτό οφείλεται κατά ένα μεγάλο μέρος στην ανάμειξη του πολιτισμού των αυτόχθονων κατοίκων με τους αντίστοιχους των εισβολέων της Ινδίας.

1)      Ο πολιτισμός του Ινδού
Στην κοιλάδα του Ινδού κατοικούσαν ήδη από το 3000 π.Χ.  αυτόχθονες κάτοικοι οι οποίοι κατά τους Ινδολόγους επιστήμονες  πίστευαν ήδη από τότε στην μετενσάρκωση και σε θεούς που διατηρεί μέχρι σήμερα ο Ινδουισμός.
2)      Οι Άριοι- Βεδική θρησκεία
Εισέβαλαν στην Ινδία περί το 1500 π.Χ. και η θρησκεία τους ονομάστηκε Βεδική από τα ιερά βιβλία τους που ονομάζονται Βέδες. Στη  θρησκεία τους επιβίωσαν και στοιχεία της προάριας θρησκείας του αυτόχθονου πληθυσμού.  Ο τελευταίος , περιορίστηκε στη νότια Ινδία .
Ντάρμα : η παγκόσμια τάξη, η οποία υπάρχει στη δομή και λειτουργία του κόσμου αλλά και της κοινωνίας.  Η σύμφωνη με αυτό ζωή του ανθρώπου είναι υποχρεωτική και αποτελεί πράξη θρησκευτικού χαρακτήρα.
Κάστες : Οι Άριοι επέβαλαν το χωρισμό τη ινδικής κοινωνίας σε τέσσερις κάστες, δηλαδή κοινωνικές τάξεις (ιερείς, πολεμιστές, καλλιεργητές, χειρώνακτες). Στην τελευταία και κατώτερη τάξη ανήκαν οι  αυτόχθονες κάτοικοι.  Ο ινδολόγος Χέλμουτ Γκλάζεναπ πρόκειται για διαίρεση της κοινωνίας με πολιτικό χαρακτήρα, προκειμένου να δια τηρούν οι Άριοι το προβάδισμα έναντι των άλλων φυλών.
Η μεταπήδηση σε άλλη κοινωνική τάξη απαγορεύετο και μπορούσε να επιτευχθεί μόνο σε μια επόμενη ζωή εφόσον κανείς ζούσε σύμφωνα με τους κανόνες που η κάστα του επέβαλε.

3)      Ουπανισάδες( 800 – 500π.Χ)Η

          Η συνεχής αύξηση της δύναμης των ιερέων των Αρίων και οι διατάξεις αυστηρού τελετουργικού τύπου που χαρακτηρίζουν τα θρησκευτικά κείμενα της εποχής , μας δίνουν να καταλάβουμε τον λόγο εμφάνισης νέων απόψεων για το Θείο.  Εμφανίζεται η άποψη για το  Βράχμαν , η θεία πραγματικότητα που αποτελεί το υπόστρωμα του σύμπαντος. Βρίσκεται μέσα στον καθένα μας και αυτό το θεϊκό τμήμα στον άνθρωπο ονομάζεται Άτμαν.
Για πρώτη φορά εμφανίζεται η άποψη ότι ο άνθρωπος μπορεί να σωθεί από τον κύκλο των μετενσαρκώσεων με το διαλογισμό και την ένωση με το Βράχμαν (Μπράχμαν), η γνώση δε που αποκτάται είναι κατά πολύ ανώτερη από αυτή των θυσιών και των τελετουργιών.  Διαπιστώνει δηλαδή κανείς ότι αναπτύσσεται μια αρνητική στάση κατά της θρησκευτικής «ελίτ» των ιερέων. Μπορεί κανείς να σωθεί χωρίς τη μεσολάβησή τους.  Η απελευθέρωση από τον αέναο κύκλο των μετενσαρκώσεων= σαμσάρα, ονομάζεται μόκσα (μόξα). Επιτυγχάνεται με την αποκοπή από τη δράση και την επιθυμία. Η άσκηση είναι το μέσο της συνειδητοποίησης ότι η ατομική ψυχή του καθενός είναι ένα με το Μπράχμαν . Έτσι ο άνθρωπος απελευθερώνεται.
Δεν είναι τυχαίο ότι τον 6ο αι. π.Χ. εμφανίστηκαν ο Βουδισμός και ο Ζαινισμός ως μια άλλη άποψη σωτηρίας διαφορετική από αυτή των ιερέων
Μετενσάρκωση : Η άποψη ότι τα έμβια όντα δεν ζουν μόνο μια φορά αλλά κάτι από την ύπαρξη επιβιώνει και μεταβαίνει σε άλλη μορφή ύπαρξης.  Κύριος υπεύθυνος για τη μετενσάρκωση κάποιου είναι οι πράξεις του στην προηγούμενη ζωή του = κάρμα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου