ΠΟΛΗ

ΠΟΛΗ
Φωτογραφία:Α.Χατζόπουλος

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2012

δρ Αντώνιος Χατζόπουλος Ο ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΜΟΥΣΙΚΟΦΙΛΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ




Ο Σύνδεσμος Μουσικοφίλων Κωνσταντινουπόλεως είναι ο μόνος εναπομείνας  ελληνικός μουσικός Σύλλογος της Πόλης, αλλά και ένας από τους λιγοστούς ελληνικούς Συλλόγους, που λειτουργούν ακόμα στη Βασιλεύουσα. Το 1948 ιδρύεται το πρόδρομο μουσικό σωματείο, που  είναι  ο Σύνδεσμος των Φίλων της Εκκλησιαστικής Μουσικής, με έδρα τους χώρους του ιερού ναού της Παναγίας των Εισοδίων του Πέρα[1]. Αδιάσπαστη συνέχεια του σωματείου αυτού είναι και ο Σύνδεσμος Μουσικοφίλων, που συνεχίζει τη δράση του μέχρι σήμερα.

Πρώτα ιδρυτικά μέλη του Συνδέσμου των Φίλων της Μουσικής  ήταν  οι περισσότεροι ψάλτες, που δραστηριοποιούνταν εκείνο τον καιρό στην Πόλη, μεταξύ αυτών ο  Κωνσταντίνος  Πρίγγος. Η απουσία όμως γραπτών στοιχείων, που αφορούν αυτό το σωματείο, δε  μας επιτρέπει να αναφερθούμε με βεβαιότητα στο μέγεθος της δραστηριότητάς του ως Συλλόγου[2].Είναι πάντως σίγουρο ότι το Σωματείο αυτό είχε Καταστατικό, βάσει του οποίου λειτούργησε τουλάχιστον  μέχρι το 1950-51[3]. Υπάρχει και μία μαρτυρία, σύμφωνα με την οποία ο Κ. Πρίγγος διεύθυνε από το 1948 τη χορωδία αυτή  του Συνδέσμου των  φίλων της Μουσικής Κωνσταντινουπόλεως[4],  χωρίς όμως να είναι γνωστός ο τόπος και ο χρόνος εμφανίσεων της χορωδίας. Σε κάθε περίπτωση ο Σύνδεσμος Μουσικοφίλων  αποτέλεσε το διάδοχο σωματείο και είναι η συνέχεια του   Συλλόγου  των  Φίλων της Εκκλησιαστικής Μουσικής.

Ο Σύνδεσμος Μουσικοφίλων θεωρεί τον εαυτό του συνέχεια  του Συνδέσμου αυτού, και ως εκ τούτου το 1998 γιορτάστηκαν στην Πόλη τα πεντηκοστά του γενέθλια.Παρατηρώντας τα του εορτασμού αυτού  βλέπουμε ότι τα πενήντα χρόνια συμπεριλαμβάνουν και το χρονικό διάστημα δράσης του  Συνδέσμου Φίλων της Μουσικής, καθώς το Καταστατικό του Συνδέσμου Μουσικοφίλων εγκρίθηκε το 1953. Το Καταστατικό αυτό του Συνδέσμου Μουσικοφίλων φέρει τον τίτλο Σύνδεσμος Μουσικοφίλων Καταστατικόν, αποτελείται από πέντε δακτυλογραφημένες σελίδες, απαρτίζεται από οκτώ Κεφάλαια, που αποτελούνται συνολικά  από  35 άρθρα. Εγκρίθηκε από τις Αρχές της Πόλης στις 20 Μαρτίου του 1953[5], οπότε και αρχίζει να λειτουργεί επίσημα ο  Σύνδεσμος.

Το πρώτο Κεφάλαιο αποτελείται από δύο άρθρα και αναφέρει ευθύς εξ αρχής  τη διεύθυνση[6] και το σκοπό, ο οποίος είναι «να αυξήση και αναπτύξη τας μουσικάς γνώσεις των μελών αυτού, να τα εξοικειώσει προς την μουσικήν, να καταρτήση μουσικήν χορωδίαν να βοηθήσει υλικώς και ηθικώς τα μέλη και να εξασφαλίσει την αλληλοβοήθειαν».

Η μνεία στο πρώτο άρθρο του Καταστατικού γενικά της  μουσικής[7], ως στόχου και ως κέντρου ενδιαφερόντων των μελών Συνδέσμου, αντί του όρου «εκκλησιαστικής μουσικής»[8], που ήταν και το αντικείμενο έρευνας,    εξέτασης και ανάδειξης όλων των  Συλλόγων και των Συνδέσμων, που προηγήθηκαν χρονικά στην Πόλη, αλλά και του ίδιου του  Συνδέσμου Μουσικοφίλων, θα πρέπει να αποδοθεί στη λογοκρισία της εποχής. Εκείνα τα χρόνια κάθε εκκλησιαστική παιδευτική,  αλλά και άλλη  πολιτιστική δράση των σχολείων ή συλλόγων, τελούσε υπό απαγόρευση ή υπό την αίρεση των αρχών και μπορεί να αποδοθεί στο αρνητικό  κλίμα του καιρού για την ομογένεια της Πόλης, λόγω των γενικά  τεταμένων πολιτικών σχέσεων των δύο γειτονικών κρατών, οι οποίες άλλωστε είχαν πάντοτε αρνητική επίδραση στον Ελληνισμό της Πόλης, που ήταν παντελώς αμέτοχος στη διαμόρφωσή τους.

Ακολουθούν το δεύτερο και τρίτο  Κεφάλαιο, που είναι τα σχετικά με τα μέλη. Είναι το  άρθρο 3 και τα άρθρα 4 έως 9. Στο μεν δεύτερο αναφέρονται ονομαστικά τα δώδεκα ιδρυτικά μέλη,  καθώς οι διευθύνσεις και το επάγγελμά τους και στο τρίτο τα άλλα μέλη. Στην κατηγορία τους έχουμε διαφορετική κατάταξη απ’ ό,τι, οι προγενέστεροι μουσικοί Σύλλογοι. Τώρα τα μέλη χωρίζονται σε τακτικά και αρωγά, τα οποία δεν έχουν δικαίωμα ψήφου και προσφέρουν «πολυτίμους υπηρεσίας εις την εφαρμογήν του έργου και του σκοπού του Συνδέσμου», την ιδιότητα δε αυτή απονέμει το διοικητικό συμβούλιο με ξεχωριστή απόφασή του[9].Τα τακτικά μέλη θα πρέπει να έχουν αποδείξει  εμπράκτως, την κλίση τους προς τη μουσική, να έχουν προταθεί από δύο τακτικά μέλη και να μην είναι  κακής φήμης[10]. Ο Σύνδεσμος διαθέτει ένα βιβλίο μελών, όπου είναι καταχωρημένα τουρκιστί τα ονόματα όλων των  μελών, το επάγγελμα και ο χρόνος εγγραφής στο Σύνδεσμο, καθώς και τα καθήκοντα που αυτοί αναλαμβάνουν στο Σύλλογο. Εκτός από αυτό, οι ιεροψάλτες-μέλη συμπληρώνουν ειδικό έντυπο με τα ατομικά τους στοιχεία, καθώς και  τα χρόνια  υπηρεσίας ως κανονάρχες, δομέστικοι και ψάλτες στους ναούς της Πόλης. Στο έντυπο αυτό υπάρχει αναφορά στους «διδάξαντες αυτούς την μουσικήν»[11].Τα μέλη κατέχουν και μία ταυτότητα, που αποδεικνύει την ιδιότητα του μέλους.

Το Κεφάλαιο 4 του Καταστατικού αφορά τις γενικές Συνελεύσεις, τακτική και έκτακτη, τους τρόπους σύγκλισης, την ημερήσια διάταξη, τα της εκλογής ενός Προέδρου, ενός αντιπροέδρου  και γραμματέων της συνέλευσης, τα πρακτικά που γράφονται και το βιβλίο των αποφάσεων. Το Καταστατικό στο θέμα των Συνελεύσεων προβλέπει και τη  γνωστοποίηση στις Αρχές, αλλά και τη δια  τύπου δημοσίευση των ημερών για τη  σύγκλιση της Γ. Συνέλευσης. Αυτό  ήταν παντελώς άγνωστο στους προηγούμενους Μουσικούς Συλλόγους της Πόλης, όπου δεν υπήρχαν παρόμοια άρθρα στους  Κανονισμούς τους. Ακόμη απαιτούνταν ειδική άδεια για τα μουσικά μαθήματα στους χώρους του Συλλόγου, αλλά πολλές φορές και άδεια για τις συγκεντρώσεις των μελών. Ακόμη προβλέπεται, οι αποφάσεις να ανακοινώνονται δια του τύπου.

Το μακροσκελέστερο Κεφάλαιο του Καταστατικού είναι το κεφ.5 (άρθρα 17 έως 30), Διοικητικόν Συμβούλιον. Αυτό αποτελείται από οκτώ συνολικά μέλη,  που είναι ο Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος, ο Γεν. Γραμματέας, ο Ταμίας, ο Λογιστής και τρεις Σύμβουλοι, που εκλέγονται όλοι με μυστική ψηφοφορία. Ακολουθούν τα καθήκοντά τους, που συνίστανται στο να διοικούν τα του Συνδέσμου, να  συγκαλούν πειθαρχικό συμβούλιο και διάφορες  υποεπιτροπές. Η κυριότερη από αυτές είναι η επονομαζόμενη Μουσική ή Τεχνική Χορωδιακή Επιτροπή, που ως σκοπό έχει την ευόδωση του σκοπού του Συλλόγου σύμφωνα με το Καταστατικό. Ακολουθεί η οικονομική, που έχει ως σκοπό την ανακούφιση των «πληττομένων» μελών. Τα τελευταία Κεφάλαια 6, 7 και 8 αφορούν τα έσοδα, τη διάλυση και τη σφραγίδα του Συνδέσμου αντίστοιχα. Στο άρθρο 34, που αφορά τη διανομή της περιουσίας του Συνδέσμου Μουσικοφίλων, αναφέρεται ότι  αυτή παραδίδεται  στο «Ρωμαίηκον Ορφανοτροφείον της Πριγκήπου»[12].

Το Μάιο του 1953  Πρόεδρος του Συλλόγου ήταν ο Μ. Αρχιδιάκονος των Πατριαρχείων Γεώργιος, Αντιπρόεδρος ο Γ. Γαβριηλίδης, Γεν. Γραμματέας ο Γ. Μακρίδης, Ταμίας ο Ελευθέριος Γεωργιάδης, Σύμβουλοι οι Βασίλειος Νικολαΐδης, Ευστρ. Ντίνος  και Αλ. Κεχαγιόπουλος. Λογιστής ήταν ο Νικ. Συμεωνίδης. Η πρώτη εκλογική συνέλευση του Συνδέσμου έγινε αρχές Φεβρουαρίου του 1954, Πρόεδρος έγινε και πάλι ο Γέωργιος με γενικό γραμματέα το  Βασ. Νικολαΐδη. Το 1957 Πρόεδρος είναι ο Στ. Μακρίδης, το  1959 ο  Οδ. Θεοδωρίδης, το 1967-69 ο Ιωάννης Αγγελίδης, το 1969 ο Κ. Κενάνογλου, το 1972 ο Γ. Μαραμενίδης. Το 1970 επίτιμος Πρόεδρος του Συνδέσμου είναι ο μουσικός Μητροπολίτης Πέργης Ευάγγελος.

Αμέσως μετά την πρώτη  ίδρυσή του ο Σύλλογος καλεί τους ιεροψάλτες-μέλη του στην έδρα του στο Σταυροδρόμι στις 25.5.1953, για μία «ελευθέρα μουσική συζήτηση»[13], η οποία και  έγινε στην αίθουσα της  Εκκλησίας της Παναγίας του Πέρα. Η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από το θέμα της ιστορίας των μουσικών Σχολών, που λειτούργησαν στην Πόλη, και τονίστηκε η ανάγκη ίδρυσης Μουσικών Φροντιστηρίων τριετούς διάρκειας για τους δομεστίχους και τους  κανονάρχες. Τον ίδιο χρόνο αρχίζει ο σχηματισμός και η προετοιμασία της χορωδίας του Συνδέσμου, που τον Απρίλιο του 1954 παρουσιάζεται με αξιόλογη συναυλία και διάλεξη από τον φιλοξενούμενο  Στράτη Μυριβήλη στους χώρους της Παναγίας του Πέρα.Ο Μυριβήλης κρινόμενος από τα έργα του τα λογοτεχνικά διαπνέεται από βαθιά θρησκευτική συνείδηση, αλλά και μουσική[14], και ίσως γι’ αυτό κάνει εύστοχες παρατηρήσεις στους μελωδούς της Πόλης, προτρέποντάς τους να ψάλλουν χορωδιακά, να αποφύγουν τη ρινοφωνία και να φροντίσουν για τη συμμετοχή παιδικών και γυναικείων φωνών[15]. Το χορό διηύθυνε ο  Πρωτοψάλτης Κ. Πρίγγος και εκτελέστηκαν μέλη, όπως  Τη Υπερμάχω, Ψυχή  μου ψυχή  μου, Σε Υμνούμεν του Μ.Χατζηαθανασίου και ο  ψαλμός  ο Θεός το κρίμα Σου τω  βασιλεί δός  σε μελοποιΐα Κωνσταντίνου Πρίγγου.Τον ίδιο μήνα η χορωδία του Συνδέσμου ψάλλει και στον Πατριαρχικό Ναό κατά τον κατανυκτικό εσπερινό της Β΄ Κυριακής των  Νηστειών, κατά την οποία χοροστατεί ο Πατριάρχης.

Το 1955 ο Σύνδεσμος  εκδίδει το βιβλίο του Μιχαήλ Χατζηαθανασίου[16],  αλλά η εκδοτική του δράση δεν είχε συνέχεια εξαιτίας και των δύσκολων για την ομογένεια της Πόλης περιστάσεων. Το Φεβρουάριο του 1956  τελεί μνημόσυνο  υπέρ των μουσικοδιδάσκαλων και των ιεροψαλτών στο ναό της Παναγίας στο Πέρα. Τον τριακονταμελή χορό, κατά την επιμνημόσυνη τελετή που μνημονεύτηκαν πάνω από ενενήντα ονόματα  ψαλτών, διευθύνει ο Θρασύβουλος Στανίτσας.

Το 1962 δίνεται  μεγάλη συναυλία στους χώρους του Αθλητικού Συλλόγου Πέρα προς τιμή του ασθενούντος Κ. Πρίγγου και το χορό διευθύνει ο Θρασύβουλος Στανίτσας. Δεν παρευρίσκεται ο Πατριάρχης, αλλά ούτε και  πολλοί Αρχιερείς, κάτι που καυτηριάζεται από τις εφημερίδες της εποχής, που ασφαλώς δεν είχαν άδικο, δεδομένου  ότι  η ιστορική παράδοση στην Πόλη, επέβαλλε την παρουσία Πατριάρχη σε παρόμοιες τελετές. Η συναυλία επιδοκιμάζεται και επαινείται από όλες τις ελληνικές εφημερίδες της εποχής. Ψάλλονται από το χορό και συνθέσεις του Κωνστ. Πρίγγου, όπως Όσοι εις Χριστόν, Χερουβικό  σε ήχο α΄ και Λειτουργικά «εις χιτζασκιάρ Κιουρντή». Για τη διοργάνωση αυτή είχαν ετοιμαστεί και αναμνηστικά διπλώματα με τη φροντίδα του καλλιτέχνη-ζωγράφου Πίνδαρου Πλατωνίδη[17] .

Στις 4 Απριλίου του 1963 δίνεται νέα συναυλία πάλι με χοράρχη  το Θρασύβουλο Στανίτσα στους χώρους της Γαλλικής Ένωσης. Η συναυλία αυτή συνοδευόταν από διάλεξη του μουσικού, Δευτερεύοντος των πατριαρχικών διακόνων Ευαγγέλου Γαλάνη(νύν Μητροπολίτη Πέργης)[18],  χαρακτηρίστηκε από τον τύπο της εποχής ως  «εξαίσια  μυσταγωγία» και η διεύθυνση του Θρ. Στανίτσα  ως «ηγεμονική». Στη συναυλία αυτή ψάλθηκαν μεταξύ άλλων το Θεοτόκε Παρθένε, το Άλαλα τα χείλη, αργό και το Άνωθεν οι προφήται, πρωτοφανής δε ήταν και η προσέλευση των φιλόμουσων απ’ όλα τα σημεία της Πόλης[19].

Σε πρόβα της χορωδίας  στους χώρους της Παναγίας του Πέρα το  Φεβρουάριο του  1964, όπου χοράρχης ήταν ο Θρ. Στανίτσας, και ενώ ετοιμαζόταν η έναρξή της, ο Στανίτσας εισερχόμενος  στην αίθουσα ανήγγειλε το θάνατο του Κ. Πρίγγου και στη συνέχεια έκλαψε «σαν ένα μικρό παιδί»[20]. Ο Στανίτσας εκτιμούσε και τις μουσικές ικανότητες του Πρίγγου, παρ’ όλες τις διαφορές που είχαν εκφραστεί στο παρελθόν με μικρές φραστικές και εν πολλοίς γραφικές  αντιπαραθέσεις.

Στις 18 Μαρτίου  του 1971, και πάλι στην αίθουσα της Γαλλικής Ένωσης της Πόλης, δίνεται συναυλία, που διευθύνει ο Πρωτοψάλτης Βασίλειος Νικολαΐδης τα σαράντα μέλη του Συλλόγου, αποσπώντας ευμενέστατη κριτική. Ακολουθεί το 1973  συναυλία  υπό τη διεύθυνση αυτή τη φορά του Λαμπαδαρίου Ελευθερίου Γεωργιάδη  με παρουσίαση των μελών από το  Θεοχ. Ανεστίδη και ομιλία του Κων. Κενάνογλου, με τα ίδια αποτελέσματα.Από το 1973 ο Σύνδεσμος αρχίζει να παραδίδει αμισθί μαθήματα στους νέους, που θέλουν να μάθουν τη μουσική, και η αγγελία γι’  αυτά τα μαθήματα δημοσιεύεται στον τύπο της Πόλης. Το 1975 το Διοικητικό Συμβούλιο και με συγκατάθεση των ψαλτών  αποφασίζει τις μεν «από αιθούσης εμφανίσεις της χορωδίας»να διευθύνει ο Άρχων Πρωτοψάλτης, τις δε «από ιερών ναών εμφανίσεις» εκ περιτροπής ο Άρχων Πρωτοψάλτης  και ο Άρχων Λαμπαδάριος. Ακόμη τον ίδιο χρόνο δημιουργείται η τεχνική επιτροπή του Συλλόγου, που προβλεπόταν από το Καταστατικό και η οποία θα φρόντιζε τώρα και για τη περαιτέρω διεξαγωγή μουσικών μαθημάτων, για τις εμφανίσεις της χορωδίας και για το μουσικό υλικό. Η επιτροπή αυτή απαρτίζεται από τον Πρωτοψάλτη Β. Νικολαΐδη, Λαμπαδάριο Ε. Γεωργιάδη και από τους Θ. Ανεστίδη και Ν. Μαυράκη.

Ακολούθησε η συναυλία της 16ης Μαρτίου του 1977 υπό τη  διεύθυνση του Πρωτοψάλτη Βασ. Νικολαΐδη, που έγινε στην αίθουσα της Γαλλικής Ένωσης με μεγάλη επιτυχία. Σ’ αυτή τη συναυλία ψάλθηκαν μεταξύ άλλων τα Ανοιξαντάρια, το Λόγον αγαθόν,το Άξιον Εστί του Ι. Παλάση  και  το Μαρία από τη χορωδία, που αποτελούσαν 44 ιεροψάλτες της Πόλης.

Στις 28 Μαρτίου του 1998 ο Σύνδεσμος γιόρτασε τα 50 χρόνια από την ίδρυσή του, δίνοντας μουσική Συναυλία υπό τη  διεύθυνση του Πρωτοψάλτη του Πατριαρχικού Ναού Λεωνίδα Αστέρη, στην αίθουσα που βρίσκεται στους χώρους των γραφείων της και με την παρουσία του  Πατριάρχη  Βαρθολομαίου, αλλά και Αρχιερέων του Θρόνου. Η λαμπρή αυτή εκδήλωση πλαισιώθηκε από ομιλία του Ν. Ιστεκλή, Πρωτοψάλτη της Αρχιεπισκοπής και  Προέδρου του Συλλόγου μέχρι σήμερα  και εισαγωγικά σχόλια στους Ύμνους του Αντ. Παριζιάνου, Λαμπαδαρίου της Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως.

Από την μέχρι τώρα συνεχιζόμενη  δράση του Συνδέσμου Μουσικοφίλων Κωνσταντινουπόλεως  συνάγουμε το συμπέρασμα ότι, παρ’ όλο που  ο Σύνδεσμος αυτός λειτούργησε  μέσα στις δυσκολότερες περιστάσεις και συγκυρίες, που λειτούργησε ποτέ μουσικός Σύλλογος, η μουσική του δράση δεν υπήρξε διόλου ευκαταφρόνητη. Οι συναυλίες, που συνοδεύονταν από επιστημονικές διαλέξεις, τα μαθήματα  μουσικής που διδάσκονταν και διδάσκονται, η καλλιέργεια της μουσικής μέσα από την  χορωδιακή εκτέλεση, η συνένωση των ψαλτών και μουσικών της Πόλης, όσων είχαν απομείνει μετά τη φυγή  των ομογενών, αλλά  και η γύρω από την εκκλησιαστική μουσική συζήτηση στα έντυπα της Πόλης, που προκαλούνταν με ευκαιρία τη δράση του,  μπορούν να  θεωρηθούν αξιόλογες και μοναδικές παρεμβάσεις στα θέματα της εκκλησιαστικής μουσικής,  μετά τη  διαρροή του Ελληνισμού της Πόλης. Ο Σύνδεσμος  βέβαια δεν μπορούσε να έχει το επιστημονικό βάρος και κύρος του Εκκλησιαστικού Μουσικού Συλλόγου, πλην όμως συγκρίνοντας τις δύο εποχές, μπορεί να πει κανείς ότι αυτά που πρόσφερε και προσφέρει ο Σύλλογος, είναι  πράγματι αντάξια της παλιάς μουσικής παράδοσης της Πόλης.

Σήμερα  στους χώρους του Συνδέσμου συνεχίζεται η παράδοση αιώνων της Πόλης  και η εκκλησιαστική μουσική διδάσκεται δωρεάν στα ολίγα ελληνόπουλα της Πόλης, από τους δόκιμους ψάλτες, που υπηρετούν στα πατριαρχικά αναλόγια και στους ιερούς ναούς της Πόλης. Ακόμη στους ίδιους χώρους γίνονται και οι δοκιμές των συναυλιών της χορωδίας του Συνδέσμου των Μουσικοφίλων.Στις συναυλίες παρευρίσκεται ο Οικουμενικός  Πατριάρχης  Βαρθολομαίος,  αλλά και Αρχιερείς του Θρόνου. Οι εκδηλώσεις του Συνδέσμου Μουσικοφίλων αφορούν κυρίως  τη διοργάνωση χορωδιακών εμφανίσεων του Συλλόγου και τις δημόσιες διαλέξεις με θέμα την εκκλησιαστική μουσική.

Στις 16 Δεκεμβρίου 2008 γιορτάστηκαν τα 60 χρόνια από την ίδρυση του Συλλόγου στους ανακαινισμένους χώρους στα Χρυσοβέργεια της Πόλης. Στην εορτή παρέστη ο Οικουμενικός Πατριάρχης, επιβεβαιώνοντας για ακόμη μία φορά ότι  το Οικουμενικό Πατριαρχείο   έχει στις άμεσες προτεραιότητές  του την πατροπαράδοτη εκκλησιαστική μουσική

Από την παράθεση των παραπάνω μπορούμε να συνάγουμε το συμπέρασμα ότι εξαιρετικά σημαντική  υπήρξε   η συμβολή και του τελευταίου αυτού  μουσικού Συνδέσμου της Πόλης, στην καλλιέργεια και τη διατήρηση της παραδοσιακής εκκλησιαστικής μουσικής, αλλά και στην ενασχόληση  των ομογενών νέων με την ψαλτική τέχνη  μέσω  αυτού, αλλά και κατ’ επέκταση και με την λατρευτική ζωή της Εκκλησίας.

δρ Αντώνιος Χατζόπουλος, 2009




[1] Αρχείο Αντ. Παριζιάνου (Κωνσταντινούπολη), Επιστολή του Συνδέσμου Φίλων της Εκκλησιαστικής  Μουσικής Κωνσταντινουπόλεως προς τα μέλη του, 11.9.1950.
[2] Κατά μία πληροφορία, από παλαίμαχο ιεροψάλτη της Πόλης, ο Κωνσταντίνος Πρίγγος ήταν ένα από τα κυριότερα στελέχη του Συνδέσμου αυτού. Ακόμη Πρόεδρός του φέρεται να ήταν ο Καζακίας, αραβόφωνος και λάτρης της εκκλησιαστικής μουσικής.
[3] Προφορικές μαρτυρίες ψαλτών της Πόλης.
[4]Στ.Παπαμανωλάκη, Κωνσταντίνος Πρίγγος, Οι Ψάλτες του Οικουμενικού Πατριαρχείου,ό.π., σελ.72.
[5]Το καταστατικό δημοσιεύτηκε αποσπασματικά στον τουρκικό τύπο της εποχής(τουρκιστί), εφ. Ζaman(Χρόνος), 21 και 22 Μαρτίου 1953.
[6] Ο Σύνδεσμος από την έδρα του αυτή στην οδό Εμίν Νεβρούζ  του Πέρα μεταβαίνει το  Μάιο του 1970  στη νέα έδρα του, που είναι τα Χρυσοβέργεια  διαμερίσματα στο Ταξίμ της Πόλης.
[7] Αρχείο Συνδ. Μουσικοφίλων, Καταστατικόν  του Συνδέσμου Μουσικοφίλων Πέρα, Κωνσταντινούπολη, 1955, σελ. 2.  
[8] Το ότι αυτός ήταν ο κύριος σκοπός του Συνδέσμου, φαίνεται και από τα δημοσιεύματα του Ελληνικού τύπου της εποχής, Ανωνύμου, Ίδρυσις Μουσικού Συνδέσμου, Ταχυδρόμος, Κωνσταντινούπολη, 17.5.1953, όπου αναφέρεται «σκοπός του είναι η καλλιέργεια της εκκλησιαστικής μουσικής».
[9] Αρχ. Συνδ. Μουσικοφίλων, Καταστατικό, ό.π., σελ. 2.

[11] Το έντυπο αυτό είναι στην ελληνική και υπέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης.
[12]Αρχ.Συνδ. Μουσικοφίλων, Καταστατικό, ό.π., άρθρο 34,σελ.5.Πρώτη φορά χρησιμοποιείται σε καταστατικό  ο όρος «ρωμαίηκο» αντί Ελληνικό, που χρησιμοποιούνταν σ’ όλα τα κείμενα καταστατικών και κανονισμών  και τις πηγές (από το 1815), στις οποίες αναφερθήκαμε μέχρι τώρα.
[13] Ανακοίνωση, του  Συνδέσμου Μουσικοφίλων, Εμπρός, Κωνσταντινούπολη, 24.5.1953.
[14] Υπάρχει και σχετικό έργο του, Στρ. Μυριβήλη, Η Εκκλησιαστική μας Μουσική, Αθήναι,1953.
[15]Ανωνύμου, Σύνδεσμος Μουσικοφίλων Σταυροδρομίου, Απόστολος Ανδρέας, Κωνσταντινούπολη, 10.4.1954.
[16] Μιχ. Χατζηαθανασίου, Τα πρώτα βήματα εις την βυζαντινήν Εκκλησιαστικήν Μουσικήν, Σταμπούλ, 1955.
[17]Αρχείο Συνδ. Μουσικοφίλων, Από ελληνική εφημερίδα της εποχής, άνευ τίτλου. Το κείμενο έχει ως εξής:  «Τω Συνδέσμω των Μουσικοφίλων εν τη ευθύνη της διασώσεως της Πατρώας βυζαντινής Εκκλησιαστικής Μουσικής τιμών επίηρα φέρειν και γεραίρειν τον εντιμότατον Κύριον Κωνσταντίνον Πρίγκον  σεμνόν και ηδύφθογγον άρχοντα Πρωτοψάλτην προς την οικοδομήν της Εκκλησίας αεί ζητήσαντα ίνα περισσεύη. Εν  Σταμπούλ, Τη 21 Ιανουαρίου 1962. Ο Πρόεδρος Κωνσταντίνος Μήλλας, ο γραμματεύς Νικ. Ιωσηφίδης, τα μέλη Στ. Λογαρίδης, Κ. Κενάνογλου, Κ. Μουταφτσόπουλος, Θ. Ανεστίδης, Χ. Μποσταντζόγλου, Γ. Βαφόπουλος.» 
[18] Διακρίθηκε και στη συγγραφή, ιδές ενδεικτικά, Ευαγγέλου, Δευτερεύοντος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Μελωδία και ποίησις εις την εκκλησιαστικήν μουσικήν, Απόστολος Ανδρέας, κωνσταντινούπολη, 15.5.1963,23.5.1963 και 2.9.1963.
[19] Ανωνύμου, Η εκκλησιαστική Μουσική Συμφωνία του Συνδέσμου των μουσικοφίλων, Πρωΐα, Κωνσταντινούπολη, 7.4.1963.
[20]Στ.Παπαμανωλάκη, Κωνσταντίνος Πρίγγος, Οι Ψάλτες του Οικουμενικού Πατριαρχείου,ό.π., σελ.57.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου